Κάποιες φορές, η απουσία γίνεται πιο αισθητή από την παρουσία.



Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που όλα μοιάζουν στάσιμα. Νιώθουμε σαν να περπατάμε σε έναν γνωστό δρόμο που δεν μας συγκινεί πια. Σαν να ζούμε τη μέρα μας με τον αυτόματο πιλότο, χωρίς να ακούμε την εσωτερική μας φωνή. Είναι εκείνη η στιγμή που κάτι μέσα μας ψιθυρίζει: «Ήρθε η ώρα να ξαναβρείς τον εαυτό σου». Αυτή είναι η στιγμή του επαναπροσδιορισμού.
Η εργασία, όταν γίνεται αδιάκοπα, παύει να είναι απλώς ένα μέσο βιοπορισμού ή δημιουργίας. Γίνεται ρυθμός που δεν σταματά, μια κίνηση χωρίς ανάσα, μια σιωπηλή φυγή. Μπορεί να φαίνεται προς τα έξω σαν πειθαρχία ή φιλοδοξία, αλλά πολλές φορές είναι κάτι άλλο: μια προσπάθεια να γεμίσουμε ένα εσωτερικό κενό που δεν τολμάμε να κοιτάξουμε.
Ένα ρούχο που κάποιος, συνήθως οι γονείς σου, σου φόρεσε όταν ήσουν παιδί.
Σου είπαν πως σου πάει. Πως αυτό πρέπει να φοράς. Πως έτσι θα είσαι σωστός/ή και αγαπητός/ή.