Ο όρος «ανθεκτικότητα» έχει γίνει τα τελευταία χρόνια μία από τις πιο προβεβλημένες λέξεις στο δημόσιο λόγο. Εμφανίζεται στην ψυχολογία, στην εκπαίδευση, στη πολιτική. Μας προτρέπουν να επενδύσουμε σε αυτήν και να τη μετατρέψουμε σε συλλογικό χαρακτηριστικό.
Ωστόσο, πίσω από τη λέξη αυτή κρύβεται η ιδέα της συνεχούς αντοχής. Να σηκώνεις βάρη χωρίς να δείχνεις ότι σε κουράζουν. Να συνεχίζεις απρόσκοπτα μέσα σε κρίσεις, απώλειες και ανατροπές. Η γλωσσική της ρίζα θυμίζει υλικά που δεν σπάνε. Όμως ο άνθρωπος δεν είναι κατασκευή. Είναι ευαίσθητος, αντιφατικός, μεταβαλλόμενος. Ζει και εξελίσσεται μέσα από συναισθήματα, πληγώνεται, αμφιβάλλει, αναθεωρεί.
Όταν η «ανθεκτικότητα» προβάλλεται ως ύψιστη αξία, μετατρέπεται εύκολα σε μέτρο αξιολόγησης. Όποιος δυσκολεύεται, μοιάζει να υστερεί. Όποιος κουράζεται, θεωρείται λιγότερο ικανός. Έτσι, η προσοχή απομακρύνεται από τις συνθήκες και στρέφεται στο άτομο. Το πρόβλημα δεν είναι οι πιέσεις, είναι η «ανεπάρκεια» εκείνου που δεν τις διαχειρίζεται σωστά.
Με αυτόν τον τρόπο, μια κοινωνική δυσκολία γίνεται δικό σου πρόβλημα. Η ανασφάλεια, η υπερκόπωση, η απογοήτευση παρουσιάζονται σαν προσωπικές αδυναμίες αντί για ενδείξεις ότι κάτι στο περιβάλλον δεν λειτουργεί. Και το αίτημα για προσαρμογή, υπερισχύει του αιτήματος για αλλαγή.
Ο άνθρωπος, όμως, έχει όρια. Δεν μπορεί να βρίσκεται μόνιμα σε κατάσταση επιβίωσης. Η εξάντληση δεν είναι ηθικό ελάττωμα, είναι σήμα κινδύνου. Οι ρωγμές δεν μαρτυρούν έλλειψη ποιότητας χαρακτήρα, αλλά υπερβολική επιβάρυνση.
Ίσως, λοιπόν, αντί να εξυμνούμε την ανθεκτικότητα, να αρχίσουμε να αμφισβητούμε τις συνθήκες που την καθιστούν αναγκαία. Αντί να διδάσκουμε τους ανθρώπους να σφίγγουν τα δόντια, να αναρωτηθούμε γιατί χρειάζεται να το κάνουν.
Γιατί μια κοινωνία που βασίζεται στην ανθεκτικότητα των μελών της μπορεί απλώς να είναι μια κοινωνία που τα εξαντλεί. Και αυτό δεν είναι αρετή. Είναι πρόβλημα.
Στάικου Άντζυ- Life Coach




